müssen
Pronunciation
/ˈmʏsən/

Ορισμός και σημασία του "müssen"στα γερμανικά

müssen
01

πρέπει, είμαι υποχρεωμένος να

Notwendigkeit oder Zwang ausdrücken
müssen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
muss
γ΄ ενικό πρόσωπο
muss
ενεστώτα μετοχή
müssend
απλός αόριστος
musste
παθητική μετοχή
gemusst
Παραδείγματα
Sie müssen den Arzt anrufen.
Πρέπει να τηλεφωνήσετε στον γιατρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store