Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
müssen
01
πρέπει, είμαι υποχρεωμένος να
Notwendigkeit oder Zwang ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
muss
γ΄ ενικό πρόσωπο
muss
ενεστώτα μετοχή
müssend
απλός αόριστος
musste
παθητική μετοχή
gemusst
Παραδείγματα
Sie müssen den Arzt anrufen.
Πρέπει να τηλεφωνήσετε στον γιατρό.



























