der müllzerkleinerer
müllzerkleinerer
mʏltsɛɐ̯klaɪ̯nəʁɐ
μüλτσεκλαιναρ

Ορισμός και σημασία του "müllzerkleinerer"στα γερμανικά

Der Müllzerkleinerer
01

απορριμματοθραύστης, θραυστήρας απορριμμάτων

Gerät, das Müll, besonders Küchenabfälle, in kleine Teile zerkleinert 
der Müllzerkleinerer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Müllzerkleinerer
γενική πτώση
Müllzerkleinerers
Παραδείγματα
Der Müllzerkleinerer ist neu. 

Ο θρυμματιστής απορριμμάτων είναι καινούργιος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store