Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Müllzerkleinerer
01
απορριμματοθραύστης, θραυστήρας απορριμμάτων
Gerät, das Müll, besonders Küchenabfälle, in kleine Teile zerkleinert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Müllzerkleinerers
πληθυντικός τύπος
Müllzerkleinerer
Παραδείγματα
Der Müllzerkleinerer wird unter der Spüle eingebaut.
Ο καταλύτης απορριμμάτων εγκαθίσταται κάτω από το νεροχύτη.



























