notaufnahme[n]
αίθουσα επειγόντων περιστατικών,τμήμα επειγόντων περιστατικών
notausgang[n]
έξοδος κινδύνου,έξοδος έκτακτης ανάγκης
note[n]
νότα
notendurchschnitt[n]
μέσος όρος βαθμολογίας,μέσος όρος σχολικών βαθμών
notfall[n]
επείγουσα κατάσταση,κατάσταση έκτακτης ανάγκης
notfalls[adv]
αν χρειαστεί,σε περίπτωση ανάγκης
notieren[v]
σημειώνω,καταγράφω
nötig[adj]
απαραίτητος,απαραίτητος
notiz[n]
σημείωση,σχόλιο
notorisch[adj]
notruf[n]
κλήση έκτακτης ανάγκης,κλήση βοήθειας
notwendig[adj]
απαραίτητος,αναγκαίος
notwendigkeit[n]
novelle[n]
νουβέλα,σύντομη αφήγηση
november[n]
Νοέμβριος,ο ενδέκατος μήνας του έτους
nuance[n]
nudel[n]
ζυμαρικά,νουντλς
nudelsuppe[n]
σούπα με νουντλς,ζυμαρικόσουπα
numerisch[adj]
αριθμητικός,αριθμητικός
nummer[n]
αριθμός,ψηφίο
nummernschild[n]
nun[adv]
τώρα,πλέον
nur[adv]
μόνο
nuss[n]
nutzen[v][n]
χρησιμοποιώ,χρησιμοποιώ • όφελος,ωφέλεια
nützen[v]
εξυπηρετώ,είμαι χρήσιμος
nutzer[n]
χρήστης,χρήστης
nutzer[n]
χρήστης,χρήστρια
nützlich[adj]
χρήσιμος,πρακτικός
nutzpflanze[n]
nutztier[n]
ζώο αγροκτήματος,κατοικίδιο ζώο
nutzung[n]
χρήση,αξιοποίηση
nylon[n]