Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Notendurchschnitt
01
μέσος όρος βαθμολογίας, μέσος όρος σχολικών βαθμών
Der rechnerische Durchschnitt aller Schul- oder Prüfungsnoten einer Person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Notendurchschnitte
γενική πτώση
Notendurchschnitts
Παραδείγματα
Sein Notendurchschnitt ist 1,7.
LanGeek



























