Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Notendurchschnitt
[gender: masculine]
01
μέσος όρος βαθμολογίας, μέσος όρος σχολικών βαθμών
Der rechnerische Durchschnitt aller Schul- oder Prüfungsnoten einer Person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Notendurchschnitts
πληθυντικός τύπος
Notendurchschnitte
Παραδείγματα
Ohne einen Notendurchschnitt von 2,0 kann man sich nicht bewerben.



























