berufbeten
από 8
berufbeten
beruf[n]

επάγγελμα,επαγγελματική δραστηριότητα

beruflich[adv]

επαγγελματικά,στο επαγγελματικό επίπεδο

berufsbezogen[adj]
berufsbild[n]
berufseinsteiger[n]

αρχάριος καριέρας,νέος επαγγελματίας

berufskleidung[n]
berufsleben[n]
berufsmäßig[adj]

επαγγελματικός,κατά επάγγελμα

berufsorientierung[n]

επαγγελματικός προσανατολισμός,καθοδήγηση καριέρας

berufsschule[n]
berufstätig[adj]

ενεργός επαγγελματικά,ασκώντας ένα επάγγελμα

berufswahl[n]
berufsweg[n]
berufung[n]

έφεση,αναίρεση

beruhen[v]
beruhigen[v]

καθησυχάζω,ηρεμώ

berühmt[adj]

διάσημος,γνωστός

berühren[v]

αγγίζω,ακουμπώ

berührung[n]

επαφή,άγγιγμα

beschädigen[v]

βλάπτω,ζημιώνω

beschädigung[n]
beschaffenheit[n]
beschaffung[n]

προμήθεια,απόκτηση

beschäftigen[v]

προσλαμβάνω,απασχολώ

beschäftigt[adj]
beschäftigter[n]

υπάλληλος,εργαζόμενος

beschäftigung[n]

επάγγελμα,δουλειά

beschäftigungsfeld[n]
beschämend[adj]

επονείδιστος,ταπεινωτικός

bescheid[n]

απόφαση,απάντηση

bescheid sagen[v]
bescheiden[adj]

ταπεινός,σεμνός

bescheidenheit[n]

ταπεινότητα,μετριοφροσύνη

bescheinigung[n]

πιστοποιητικό,βεβαίωση

beschichtung[n]
beschleunigen[v]
beschleunigung[n]

επιτάχυνση,αύξηση της ταχύτητας

beschließen[v]

αποφασίζω,ολοκληρώνω

beschränken[v]

περιορίζω,περιορίζω

beschreiben[v]

περιγράφω,εξηγώ

beschreibung[n]

περιγραφή,εξήγηση

beschuldigen[v]

κατηγορώ,ενοχοποιώ

beschwerde[n]

παράπονο,διαμαρτυρία

beschwerden[n]
beschweren[v]
beseitigen[v]
beseitigung[n]
besen[n]

σκούπα,βούρτσα

besetzen[v]

καταλαμβάνω,κατακτώ

besetzt[adj]

κατειλημμένος,απασχολημένος

besichtigen[v]

επισκέπτομαι,περιηγούμαι

besichtigung[n]
besiegen[v]

νικώ,κατατροπώνω

besinnen[v]
besitz[n]

ιδιοκτησία,κατοχή

besitzanspruch[n]

αξίωση ιδιοκτησίας,δικαίωμα κατοχής

besitzen[v]

κατέχω,έχω

besitzer[n]

ιδιοκτήτης, κάτοχος

besitzrecht[n]

δικαίωμα κατοχής,δικαίωμα ιδιοκτησίας

besitzstand[n]
besondere[adj]

ειδικός,ιδιαίτερος

besonderheit[n]

ειδικό χαρακτηριστικό,ιδιαιτερότητα

besonders[adv]

ιδιαίτερα,ειδικά

besorgen[v]

αποκτώ,αγοράζω

besorgnis[n]
besorgt[adj]

ανησυχημένος,ανήσυχος

bespannen[v]

καλύπτω,τεντώνω

besprechen[v]

συζητώ,διαβουλεύομαι

besprechung[n]

συνάντηση,συνεδρία

besser[adj]

καλύτερος,ανώτερος

besserung[n]

βελτίωση

best[adj]

καλύτερος,άριστος

bestand[n]
beständig[adj]
beständigkeit[n]
bestandteil[n]

συστατικό,στοιχείο

bestätigen[v]

επιβεβαιώνω,επικυρώνω

bestätigung[n]

επιβεβαίωση,βεβαίωση

bestäuben[v]
besteck[n]
bestehen[v]

αποτελείται από,συνίσταται σε

bestehenbleiben[v]

διατηρείται,συνεχίζει να υπάρχει

bestellen[v]

παραγγέλνω,κάνω παραγγελία

besteller[n]
bestellung[n]
besteuerung[n]
bestimmt[adj][adv]

συγκεκριμένος,καθορισμένος • σίγουρα,οπωσδήποτε

bestrafen[v]

τιμωρώ

bestrafung[n]
bestrahlung[n]
bestreichen[v]
bestreiten[v]

αρνούμαι

bestseller[n]

μπεστ σέλερ,εμπορικό βιβλίο

besuch[n]

επίσκεψη,συνάντηση

besuchen[v]

επισκέπτομαι,πηγαίνω να δω

betagt[adj]

ηλικιωμένος,προχωρημένης ηλικίας

betäubung[n]
beteiligen[v]

συμμετέχω,εμπλέκομαι

beteiligter[n]

συμμετέχων,εμπλεκόμενος

beten[v]

προσεύχομαι,κάνω προσευχή

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή