bestreiten
Pronunciation
/bəˈʃtʀaɪ̯tn̩/

Ορισμός και σημασία του "bestreiten"στα γερμανικά

bestreiten
01

αρνούμαι

Etwas als nicht wahr oder nicht richtig behaupten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
streiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bestreite
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestreitet
ενεστώτα μετοχή
bestreitend
απλός αόριστος
bestritt
παθητική μετοχή
bestritten
Παραδείγματα
Er bestreitet, das Geld genommen zu haben.
Αυτός αρνείται ότι πήρε τα χρήματα.
02

καλύπτω, ανέχομαι

Kosten oder Ausgaben übernehmen und bezahlen
Παραδείγματα
Sie bestreitet ihren Unterhalt durch ihre Arbeit.
Αυτή καλύπτει τη διαβίωσή της μέσω της εργασίας της.
03

συμμετέχω σε

an einer Veranstaltung, besonders einem Wettkampf, aktiv teilnehmen oder sie durchführen
Παραδείγματα
Der Athlet bestreitet seinen letzten Wettkampf.
Ο αθλητής αγωνίζεται στον τελευταίο του αγώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store