Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bestellen
01
παραγγέλνω, κάνω παραγγελία
Etwas anfordern oder kaufen, oft in einem Restaurant oder Geschäft
Παραδείγματα
Kannst du bitte das Essen bestellen?
Μπορείς σε παρακαλώ να παραγγείλεις το φαγητό;
02
διορίζω, ορίζω
Jemanden ernennen oder etwas offiziell festlegen
Παραδείγματα
Wir bestellen jemanden für diese Aufgabe.
Διορίζουμε κάποιον για αυτήν την εργασία.


























