Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bestellen
01
παραγγέλνω, κάνω παραγγελία
Etwas anfordern oder kaufen, oft in einem Restaurant oder Geschäft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bestelle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestellt
ενεστώτα μετοχή
bestellend
απλός αόριστος
bestellte
παθητική μετοχή
bestellt
Παραδείγματα
Ich bestelle eine Pizza.
Εγώ παραγγέλνω μια πίτσα.
02
διορίζω, ορίζω
Jemanden ernennen oder etwas offiziell festlegen
Παραδείγματα
Er wurde zum Manager bestellt.
Διορίστηκε ως διευθυντής.



























