Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bestehenbleiben
01
διατηρείται, συνεχίζει να υπάρχει
Fortdauern, weiterhin existieren oder gültig sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
bestehen
βασικό ρήμα
bleiben
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bleibe bestehen
γ΄ ενικό πρόσωπο
bleibt bestehen
ενεστώτα μετοχή
bestehen bleibend
απλός αόριστος
blieb bestehen
παθητική μετοχή
bestehengeblieben
Παραδείγματα
Die Tradition wird auch in Zukunft bestehen bleiben.
Η παράδοση θα συνεχίσει να υπάρχει στο μέλλον.



























