Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bestreiten
01
αρνούμαι
Etwas als nicht wahr oder nicht richtig behaupten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
streiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bestreite
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestreitet
ενεστώτα μετοχή
bestreitend
απλός αόριστος
bestritt
παθητική μετοχή
bestritten
Παραδείγματα
Er bestreitet die Vorwürfe.
Αυτός αρνείται τις κατηγορίες.
02
καλύπτω, ανέχομαι
Kosten oder Ausgaben übernehmen und bezahlen
Παραδείγματα
Er bestreitet seinen Lebensunterhalt selbst.
Αυτός καλύπτει τα δικά του έξοδα διαβίωσης.
03
συμμετέχω σε
an einer Veranstaltung, besonders einem Wettkampf, aktiv teilnehmen oder sie durchführen
Παραδείγματα
Die Mannschaft bestreitet heute ihr erstes Spiel.
Η ομάδα αγωνίζεται στο πρώτο της παιχνίδι σήμερα.



























