Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bestreiten
01
αρνούμαι
Etwas als nicht wahr oder nicht richtig behaupten
Παραδείγματα
Er bestreitet, das Geld genommen zu haben.
Αυτός αρνείται ότι πήρε τα χρήματα.
02
καλύπτω, ανέχομαι
Kosten oder Ausgaben übernehmen und bezahlen
Παραδείγματα
Sie bestreitet ihren Unterhalt durch ihre Arbeit.
Αυτή καλύπτει τη διαβίωσή της μέσω της εργασίας της.
03
συμμετέχω σε
an einer Veranstaltung, besonders einem Wettkampf, aktiv teilnehmen oder sie durchführen
Παραδείγματα
Der Athlet bestreitet seinen letzten Wettkampf.
Ο αθλητής αγωνίζεται στον τελευταίο του αγώνα.



























