beteuernbildband
από 8
beteuernbildband
beteuern[v]
beton[n]

σκυρόδεμα,τσιμέντο

betracht[n]
betrachten[v]

εξετάζω,παρατηρώ

betrachtung[n]
betrag[n]

ποσό,ποσότητα

betragen[v]

ανέρχομαι σε,φτάνω σε

betreff[n]

θέμα,αντικείμενο

betreffen[v]
betreiben[v]
betreiber[n]

χειριστής,εκμεταλλευτής

betreuen[v]

φροντίζω,περιποιούμαι

betreuer[n]

κηδεμόνας,φύλακας

betreuung[n]

φροντίδα,επίβλεψη

betrieb[n]

εταιρεία,επιχείρηση

betrieblich[adj]
betriebsführung[n]
betriebsklima[n]

κλίμα εργασίας,ατμόσφαιρα στον εργασιακό χώρο

betriebsrat[n]

εργατικό συμβούλιο,επιτροπή εργαζομένων

betriebssystem[n]

λειτουργικό σύστημα,σύστημα λειτουργίας

betriebswirtschaft[n]
betroffen[adj]

επηρεασμένος,σχετικός

betroffener[n]

ενδιαφερόμενο πρόσωπο,προσβεβλημένο πρόσωπο

betrug[n]

απάτη,αδικήματα

betrügen[v]

εξαπατώ,απατώ

betrüger[n]

απατεώνας,αλόγιστος

betrunken[adj]

μεθυσμένος,ζαλισμένος

bett[n]

κρεβάτι,κλίνη

bettwanze[n]

κοριός,κλίνης κοριός

bettwäsche[n]

σεντόνια κρεβατιού,κλινοσκεπάσματα

beule[n]
beunruhigen[v]
beunruhigend[adj]
beunruhigung[n]
beurlauben[v]
beurteilen[v]

αξιολογώ,κρίνω

beurteilung[n]

κρίση,αξιολόγηση

beute[n]
beutetier[n]
bevölkerung[n]

πληθυσμός

bevölkerungsdichte[n]

πυκνότητα πληθυσμού,πληθυσμιακή πυκνότητα

bevor[conj]

πριν,πριν από

bevorzugen[v]
bewähren[v]

αποδεικνύω τον εαυτό μου,επιβεβαιώνω τον εαυτό μου

bewältigen[v]

ξεπερνώ,αντιμετωπίζω

bewässern[v]

ποτίζω,αρδεύω

bewässerung[n]

άρδευση,πότισμα

bewässerungssystem[n]
bewegen[v]
beweggrund[n]

κίνητρο,αιτία

beweglich[adj]
beweglichkeit[n]

κινητικότητα,ευκινησία

bewegung[n]

κίνηση,μετακίνηση

bewegungsapparat[n]
beweis[n]

απόδειξη,τεκμήριο

beweisen[v]

αποδεικνύω,αποδεικνύω

bewerben[v]

κάνω αίτηση,υποβάλλω αίτηση

bewerbung[n]

αίτηση,υποψηφιότητα

bewerbungsgespräch[n]
bewerten[v]
bewertung[n]

αξιολόγηση,κρίση

bewertungskriterium[n]
bewilligen[v]
bewilligung[n]
bewirken[v]

προκαλώ,επιφέρω

bewohner[n]

κάτοικος,κατοικητής

bewölkt[adj]

συννεφιασμένος,νεφοσκεπής

bewunderung[n]

θαυμασμός,εκτίμηση

bewusst[adj]

συνειδητός,επίτηδες

bewusstlos[adj]
bewusstsein[n]

συνείδηση

bewusstseinsbildung[n]

επαγρύπνηση,διαμόρφωση συνείδησης

bezahlen[v]

πληρώνω,καταβάλλω

bezaubernd[adj]

γοητευτικός,μαγευτικός

bezeichnen[v]

περιγράφω,χαρακτηρίζω

bezeichnung[n]
beziehung[n]

σχέση,σύνδεσμος

beziehungsfähig[adj]
bezirk[n]

περιοχή,δήμος

bezug[n]

σχέση,σύνδεση

bezugsdauer[n]
bezugspunkt[n]
bezweifeln[v]

αμφιβάλλω,αμφισβητώ

bh[n]

σουτιέν,στηθόδεσμος

bibel[n]

Βίβλος,Αγία Γραφή

biber[n]

κάστορας

bibliografieren[v]

παραθέτω,αναφέρομαι

bibliothek[n]

βιβλιοθήκη,βιβλιοστάσιο

bibliothekar[n]

βιβλιοθηκάριος,βιβλιοθηκονόμος

biedermeier[n]
biegsam[adj]
biene[n]

μέλισσα,έντομο επικονιαστής

bienenstock[n]
bier[n]

μπύρα,μια μπύρα

bieten[v]

προσφέρω,προτείνω

bikini[n]

μπικίνι

bikulturell[adj]

διπολιτισμικός,διαπολιτισμικός

bilanz[n]

ισολογισμός,οικονομικά αποτελέσματα

bild[n]

εικόνα,φωτογραφία

bildband[n]

φωτογραφικό βιβλίο,φωτογραφικό άλμπουμ

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή