Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Betrieb
[gender: masculine]
01
εταιρεία, επιχείρηση
Ein Unternehmen oder eine Firma, in der gearbeitet wird
Παραδείγματα
Der Betrieb wächst jedes Jahr.
Η επιχείρηση αναπτύσσεται κάθε χρόνο.
02
επιχείρηση, εταιρεία
Eine gewerbliche oder kaufmännische Tätigkeit
Παραδείγματα
Der Betrieb ist in der Stadt bekannt für Qualität.
Η επιχείρηση είναι γνωστή στην πόλη για την ποιότητά της.
03
λειτουργία, εκμετάλλευση
Eine Tätigkeit oder Arbeit, die ausgeführt wird
Παραδείγματα
Der Betrieb läuft reibungslos.
Η λειτουργία λειτουργεί ομαλά.


























