der betrieb
bet
ˈbət
bēt
rieb
ʁi:p
rip

Ορισμός και σημασία του "betrieb"στα γερμανικά

01

εταιρεία, επιχείρηση

Ein Unternehmen oder eine Firma, in der gearbeitet wird 
der Betrieb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Betrieb(e)s
πληθυντικός τύπος
Betriebe
Παραδείγματα
Der Betrieb produziert Autos. 

Η επιχείρηση παράγει αυτοκίνητα.

02

επιχείρηση, εταιρεία

Eine gewerbliche oder kaufmännische Tätigkeit 
der Betrieb definition and meaning
Παραδείγματα
Sein Betrieb läuft sehr gut. 

Η επιχείρησή του λειτουργεί πολύ καλά.

03

λειτουργία, εκμετάλλευση

Eine Tätigkeit oder Arbeit, die ausgeführt wird 
der Betrieb definition and meaning
Παραδείγματα
Der Betrieb der Maschine ist einfach. 

Η λειτουργία του μηχανήματος είναι απλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store