Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewässern
[past form: bewässerte]
01
ποτίζω, αρδεύω
Pflanzen oder landwirtschaftliche Flächen gezielt mit Wasser versorgen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewässere
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewässert
ενεστώτα μετοχή
bewässernd
απλός αόριστος
bewässerte
παθητική μετοχή
bewässert
Παραδείγματα
Diese neue Maschine ist zur Bewässerung großer Felder konzipiert.
Αυτή η νέα μηχανή είναι σχεδιασμένη για άρδευση μεγάλων αγρών.



























