Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewältigen
[past form: bewältigte]
01
ξεπερνώ, αντιμετωπίζω
Ein Problem oder eine schwierige Sache schaffen oder lösen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewältige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewältigt
ενεστώτα μετοχή
bewältigend
απλός αόριστος
bewältigte
παθητική μετοχή
bewältigt
Παραδείγματα
Mit Geduld kann man jede Herausforderung bewältigen.
Με υπομονή μπορείς να ξεπεράσεις κάθε πρόκληση.



























