bewältigen
Pronunciation
/bəˈvɛlˌtɪɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "bewältigen"στα γερμανικά

bewältigen
[past form: bewältigte]
01

ξεπερνώ, αντιμετωπίζω

Ein Problem oder eine schwierige Sache schaffen oder lösen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewältige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewältigt
ενεστώτα μετοχή
bewältigend
απλός αόριστος
bewältigte
παθητική μετοχή
bewältigt
Παραδείγματα
Mit Geduld kann man jede Herausforderung bewältigen.
Με υπομονή μπορείς να ξεπεράσεις κάθε πρόκληση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store