bewältigen
bewältigen
bəvɛltɪgng
bēveltigng

Ορισμός και σημασία του "bewältigen"στα γερμανικά

bewältigen
01

ξεπερνώ, αντιμετωπίζω

Ein Problem oder eine schwierige Sache schaffen oder lösen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewältige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewältigt
ενεστώτα μετοχή
bewältigend
απλός αόριστος
bewältigte
παθητική μετοχή
bewältigt
Παραδείγματα
Wir müssen diese Aufgabe gemeinsam bewältigen. 

Πρέπει να ξεπεράσουμε αυτήν την εργασία μαζί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store