bewässern
Pronunciation
/bəˈvɛsɐn/

Ορισμός και σημασία του "bewässern"στα γερμανικά

bewässern
01

ποτίζω, αρδεύω

Pflanzen oder landwirtschaftliche Flächen gezielt mit Wasser versorgen
bewässern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewässere
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewässert
ενεστώτα μετοχή
bewässernd
απλός αόριστος
bewässerte
παθητική μετοχή
bewässert
Παραδείγματα
Diese neue Maschine ist zur Bewässerung großer Felder konzipiert.
Αυτή η νέα μηχανή είναι σχεδιασμένη για άρδευση μεγάλων αγρών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store