Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bikulturell
01
διπολιτισμικός, διαπολιτισμικός
Zwei verschiedene Kulturen betreffend oder aus ihnen stammend
Παραδείγματα
Bikulturelle Erziehung bereichert Kinder.
Η διπολιτισμική εκπαίδευση εμπλουτίζει τα παιδιά.


























