Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Beweis
[gender: masculine]
01
απόδειξη, τεκμήριο
Ein Fakt oder Objekt, das zeigt, dass etwas wahr oder falsch ist
Παραδείγματα
Jeder Beweis wurde sorgfältig geprüft.
Κάθε απόδειξη εξετάστηκε προσεκτικά.


























