beweisen
Pronunciation
/bəˈvaɪ̯zən/

Ορισμός και σημασία του "beweisen"στα γερμανικά

beweisen
01

αποδεικνύω, αποδεικνύω

Mit Fakten oder Logik zeigen, dass etwas wahr oder richtig ist
beweisen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
weisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beweise
γ΄ ενικό πρόσωπο
beweist
ενεστώτα μετοχή
beweisend
απλός αόριστος
bewies
παθητική μετοχή
bewiesen
Παραδείγματα
Sie hat großen Mut bewiesen.
Έδειξε μεγάλη θάρρος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store