der beweis
be
weis
ˈvaɪs
vais

Ορισμός και σημασία του "beweis"στα γερμανικά

01

απόδειξη, τεκμήριο

Ein Fakt oder Objekt, das zeigt, dass etwas wahr oder falsch ist 
der Beweis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Beweises
πληθυντικός τύπος
Beweise
Παραδείγματα
Der Beweis wurde vor Gericht präsentiert. 

Η απόδειξη παρουσιάστηκε στο δικαστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store