Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Betrag
[gender: masculine]
01
ποσό, ποσότητα
Eine bestimmte Summe Geld
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Betrag(e)s
πληθυντικός τύπος
Beträge
Παραδείγματα
Welcher Betrag steht auf der Rechnung?
Ποιο ποσό αναγράφεται στο τιμολόγιο;



























