der betrag
bet
ˈbət
bēt
rag
ʁa:k
rak
beitragbetrug

Ορισμός και σημασία του "betrag"στα γερμανικά

01

ποσό, ποσότητα

Eine bestimmte Summe Geld 
der Betrag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Beträge
γενική πτώση
Betrag(e)s
Παραδείγματα
Der Betrag ist zu hoch. 

Το ποσό είναι πολύ υψηλό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store