der Betrag
Pronunciation
/bəˈtʁaːk/

Ορισμός και σημασία του "betrag"στα γερμανικά

Der Betrag
[gender: masculine]
01

ποσό, ποσότητα

Eine bestimmte Summe Geld
der Betrag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Betrag(e)s
πληθυντικός τύπος
Beträge
Παραδείγματα
Welcher Betrag steht auf der Rechnung?
Ποιο ποσό αναγράφεται στο τιμολόγιο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store