der beteiligter
be
μπα
tei
ˈtɑɛ̯
ταε
lig
lɪç
λιχ
ter
τ

Ορισμός και σημασία του "beteiligter"στα γερμανικά

Der Beteiligter
01

συμμετέχων, εμπλεκόμενος

Eine Person, die an etwas teilnimmt oder beteiligt ist 
der Beteiligter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
beteiligte
αρσενικό ενικό
Beteiligter
θηλυκό ενικό
beteiligte
neutral form
beteiligte Person
γενική πτώση
beteiligten
Παραδείγματα
Jeder Beteiligte muss den Vertrag unterschreiben. 

Κάθε συμμετέχων πρέπει να υπογράψει τη σύμβαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store