Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beteiligen
[past form: beteiligte]
01
συμμετέχω, εμπλέκομαι
An einer Aktivität, Diskussion oder Gruppe aktiv teilnehmen
Παραδείγματα
Sie beteiligte sich an den Kosten.
Συμμετείχε στα έξοδα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμμετέχω, εμπλέκομαι