beteiligen
Pronunciation
/bəˈtaɪ̯lɪɡən/

Ορισμός και σημασία του "beteiligen"στα γερμανικά

beteiligen
[past form: beteiligte]
01

συμμετέχω, εμπλέκομαι

An einer Aktivität, Diskussion oder Gruppe aktiv teilnehmen
beteiligen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beteilige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beteiligt
ενεστώτα μετοχή
beteiligend
απλός αόριστος
beteiligte
παθητική μετοχή
beteiligt
Παραδείγματα
Sie beteiligte sich an den Kosten.
Συμμετείχε στα έξοδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store