beteiligen
beteiligen
bətaɪ̯lɪgng
bētailigng

Ορισμός και σημασία του "beteiligen"στα γερμανικά

beteiligen
01

συμμετέχω, εμπλέκομαι

An einer Aktivität, Diskussion oder Gruppe aktiv teilnehmen 
beteiligen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beteilige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beteiligt
ενεστώτα μετοχή
beteiligend
απλός αόριστος
beteiligte
παθητική μετοχή
beteiligt
Παραδείγματα
Sie beteiligt sich aktiv am Unterricht. 

Εκείνη συμμετέχει ενεργά στο μάθημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store