bühnenbild[n]
σκηνικό,σκηνική σκηνογραφία
bulette[n]
κέικ κιμά,κεφτεδάκι
bullenhai[n]
κυνοκέφαλος καρχαρίας,ταύρος καρχαρίας
bund[n]
δέσμη,μάτσο
bündel[n]
bündeln[v]
bundesfreiwilligendienst[n]
Ομοσπονδιακή Εθελοντική Υπηρεσία,Ομοσπονδιακό Πρόγραμμα Εθελοντισμού
bundesgebiet[n]
ομοσπονδιακή επικράτεια,εθνική επικράτεια
bundesrat[n]
bundesrepublik[n]
bundesumweltministerium[n]
bundeswehr[n]
Οι Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις,Ο γερμανικός στρατός
bundweite[n]
bunt[adj]
πολύχρωμος,πολυχρωματικός
burg[n]
κάστρο,φρούριο
burger[n]
χάμπουργκερ,μπέργκερ
bürger[n]
πολίτης,πολίτισσα
bürgerinitiative[n]
bürgerlich[adj]
bürgermeister[n]
bürgerschaft[n]
bürgerschaftlich[adj]
πολιτικός,πολιτειακός
bürgertum[n]
büro[n]
γραφείο,γραφείο εργασίας
büroklammer[n]
κλιπ,συνδετήρας
bürokratie[n]
burrito[n]
μπούριτο,μπούριτο
bürste[n]
βούρτσα,πινέλο
bürsten[v]
bus[n]
λεωφορείο,λεωφορείο
busch[n]
θάμνος,θαμνώδης φυτό
bushaltestelle[n]
στάση λεωφορείου
butter[n]
βούτυρο,βούτυρο
butterdose[n]
βουτυριέρα,δοχείο για βούτυρο