Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Burg
[gender: feminine]
01
κάστρο, φρούριο
Eine alte, meist befestigte Wohnanlage auf einem Hügel oder Berg
Παραδείγματα
In der Burg gibt es viele Räume und Türme.
Στο κάστρο υπάρχουν πολλά δωμάτια και πύργοι.


























