die burg
burg
bʊɐk
book
chirurg

Ορισμός και σημασία του "burg"στα γερμανικά

01

κάστρο, φρούριο

Eine alte, meist befestigte Wohnanlage auf einem Hügel oder Berg 
die Burg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Burgen
γενική πτώση
Burg
Παραδείγματα
Die Burg steht auf einem hohen Berg. 

Το κάστρο στέκεται σε ένα ψηλό βουνό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store