Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bundeswehr
[gender: feminine]
01
Οι Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις, Ο γερμανικός στρατός
Die Armee von Deutschland
Παραδείγματα
Die Bundeswehr arbeitet eng mit der NATO zusammen.
Η Bundeswehr συνεργάζεται στενά με το ΝΑΤΟ.


























