Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bürgerschaftlich
01
πολιτικός, πολιτειακός
Etwas, das mit den Rechten, Pflichten oder dem Engagement der Bürger zu tun hat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die bürgerschaftliche Teilnahme an Wahlen ist hoch.
Η πολιτική συμμετοχή στις εκλογές είναι υψηλή.



























