Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bürgerschaftlich
01
πολιτικός, πολιτειακός
Etwas, das mit den Rechten, Pflichten oder dem Engagement der Bürger zu tun hat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das bürgerschaftliche Engagement ist wichtig für die Gemeinschaft.
Η bürgerschaftlich συμμετοχή είναι σημαντική για την κοινότητα.



























