Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Bühnenbild
[gender: neuter]
01
σκηνικό, σκηνική σκηνογραφία
Die gestaltete Kulisse und visuelle Darstellung einer Theaterbühne oder Filmkulisse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Bühnenbild(e)s
πληθυντικός τύπος
Bühnenbilder
Παραδείγματα
Die Ausstellung zeigt historische Bühnenbilder.
Η έκθεση παρουσιάζει ιστορικά σκηνογραφικά σχέδια.



























