Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewilligen
01
(besonders amtlich) etwas auf Antrag genehmigen oder gewähren , -
γραμματικές πληροφορίες
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
bewilligte
παθητική μετοχή
bewilligt
Παραδείγματα
Die Bank hat ihm einen Kredit über 50.000 Euro bewilligt.



























