besichtigen
Pronunciation
/bəˈzɪçtɪɡən/

Ορισμός και σημασία του "besichtigen"στα γερμανικά

besichtigen
01

επισκέπτομαι, περιηγούμαι

Etwas ansehen, meist ein Gebäude oder einen Ort
besichtigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besichtige
γ΄ ενικό πρόσωπο
besichtigt
ενεστώτα μετοχή
besichtigend
απλός αόριστος
besichtigte
παθητική μετοχή
besichtigt
Παραδείγματα
Sie besichtigen viele Sehenswürdigkeiten.
Αυτοί επισκέπτονται πολλά αξιοθέατα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store