Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Besitzer
[female form: Besitzerin][gender: masculine]
01
ιδιοκτήτης, κάτοχος
Die Person, der etwas gehört
Παραδείγματα
Der Besitzer hat die Schlüssel.
Ο ιδιοκτήτης έχει τα κλειδιά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ιδιοκτήτης, κάτοχος