der besitzer
be
μπε
sit
ˈzɪ
ζι
zer
t͡sɐ
τσ
beisitzerbenützerbenutzerbesatzer

Ορισμός και σημασία του "besitzer"στα γερμανικά

01

ιδιοκτήτης, κάτοχος

Die Person, der etwas gehört 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Besitzer
αρσενικό ενικό
Besitzer
θηλυκό ενικό
Besitzerin
neutral form
Besitzende(r)
γενική πτώση
Besitzers
Παραδείγματα
Der Besitzer des Hauses ist sehr nett. 

Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού είναι πολύ καλός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store