besichtigen
be
μπα
sich
ˈsɪç
σιχ
ti
τι
gen
gən
γκαν
bezichtigenbeabsichtigenberechtigenberichtigen

Ορισμός και σημασία του "besichtigen"στα γερμανικά

besichtigen
01

επισκέπτομαι, περιηγούμαι

Etwas ansehen, meist ein Gebäude oder einen Ort 
besichtigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besichtige
γ΄ ενικό πρόσωπο
besichtigt
ενεστώτα μετοχή
besichtigend
απλός αόριστος
besichtigte
παθητική μετοχή
besichtigt
Παραδείγματα
Wir besichtigen heute das Museum. 

Σήμερα επισκεπτόμαστε το μουσείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store