Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beseitigen
01
-, -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
seitigen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
beseitigte
παθητική μετοχή
beseitigt
Παραδείγματα
Der Hausmeister beseitigte den Schmutz im Eingangsbereich.



























