die beschaffung
besch
ˈbəʃ
bēsh
a
a
a
ffung
fʊng
foong

Ορισμός και σημασία του "beschaffung"στα γερμανικά

Die Beschaffung
01

προμήθεια, απόκτηση

Etwas besorgen oder kaufen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Beschaffungen
γενική πτώση
Beschaffung
Παραδείγματα
Die Beschaffung der Materialien dauert zwei Tage. 

Η προμήθεια των υλικών διαρκεί δύο ημέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store