Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Beschaffung
[gender: feminine]
01
προμήθεια, απόκτηση
Etwas besorgen oder kaufen
Παραδείγματα
Die Beschaffung erfolgt über einen Online-Shop.
Η προμήθεια γίνεται μέσω ενός ηλεκτρονικού καταστήματος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προμήθεια, απόκτηση