Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taire
01
σιωπώ, παραμένω σιωπηλός
ne pas parler, rester silencieux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
tais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
taisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tairai
ενεστώτα μετοχή
taisant
παθητική μετοχή
tu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
taisions
Παραδείγματα
Nous nous sommes tus par respect pour les victimes.
Σιωπήσαμε από σεβασμό προς τα θύματα.
02
σιωπώ, κρύβω
ne pas dire quelque chose, cacher volontairement une information
Παραδείγματα
Tu n' as pas le droit de taire cette information.
Δεν έχεις το δικαίωμα να κρύψεις αυτή την πληροφορία.
03
σιωπώ, κρατώ τη γλώσσα μου
s'arrêter volontairement de parler, souvent pour ne pas dire quelque chose d'inapproprié
Παραδείγματα
Tais -toi avant de regretter tes paroles.
Σκάσε πριν μετανιώσεις τα λόγια σου.



























