Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
râper
01
τρίβω, αναλώνω σε μικρά κομμάτια με τριβή
réduire en petits morceaux en frottant contre une surface rugueuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
râpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
râpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
râperai
ενεστώτα μετοχή
râpant
παθητική μετοχή
râpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
râpions
Παραδείγματα
Elle râpe du fromage pour les pâtes.
Αυτή τρίβει τυρί για τα ζυμαρικά.
02
τρίβω, γυαλίζω
frotter une surface pour l'user ou la polir
Παραδείγματα
Il râpe le bois pour le rendre lisse.
Τρίβει το ξύλο για να το κάνει λείο.
03
τρίβω,ξύνω, زخم کردن، خراش دادن
frotter avec force et causer une irritation ou une blessure superficielle
Παραδείγματα
La corde rugueuse a râpé sa peau.
Το τραχύ σχοινί ξέσκισε το δέρμα του.



























