Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obligé
01
υποχρεωμένος, αναγκασμένος
contraint de faire quelque chose ou tenu par un devoir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus obligé
συγκριτικός βαθμός
plus obligé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obligé
αρσενικό πληθυντικό
obligés
θηλυκό ενικό
obligée
θηλυκό πληθυντικό
obligées
Παραδείγματα
Il était obligé de finir le travail avant demain.
Ήταν υποχρεωμένος να τελειώσει τη δουλειά πριν από αύριο.
02
υποχρεωτικός, απαραίτητος
nécessaire ou indispensable à faire
Παραδείγματα
Il est obligé de porter un casque sur le chantier.
Είναι υποχρεωμένος να φορά κράνος στο εργοτάξιο.
03
αναπόφευκτος, απαραίτητος
qui ne peut pas être évité ou contourné
Παραδείγματα
Un retard est obligé dans ces conditions.
Μια καθυστέρηση είναι αναπόφευκτη σε αυτές τις συνθήκες.
L'obligé
01
υποχρεωμένος, οφειλέτης
personne qui doit quelque chose à quelqu'un, souvent par gratitude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
obligés
Παραδείγματα
Je suis un obligé de mon professeur pour son aide.
Είμαι ένας υποχρεωμένος του δασκάλου μου για τη βοήθειά του.



























