obligé
ob
ɔb
awb
ligé
liʒe
lizhe
bâclerfrimermigrerpalier

Ορισμός και σημασία του "obligé"στα γαλλικά

01

υποχρεωμένος, αναγκασμένος

contraint de faire quelque chose ou tenu par un devoir 
obligé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus obligé
συγκριτικός βαθμός
plus obligé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obligé
αρσενικό πληθυντικό
obligés
θηλυκό ενικό
obligée
θηλυκό πληθυντικό
obligées
Παραδείγματα
Il était obligé de finir le travail avant demain. 

Ήταν υποχρεωμένος να τελειώσει τη δουλειά πριν από αύριο.

02

υποχρεωτικός, απαραίτητος

nécessaire ou indispensable à faire 
obligé definition and meaning
Παραδείγματα
Il est obligé de porter un casque sur le chantier. 

Είναι υποχρεωμένος να φορά κράνος στο εργοτάξιο.

03

αναπόφευκτος, απαραίτητος

qui ne peut pas être évité ou contourné 
obligé definition and meaning
Παραδείγματα
Un retard est obligé dans ces conditions. 

Μια καθυστέρηση είναι αναπόφευκτη σε αυτές τις συνθήκες.

01

υποχρεωμένος, οφειλέτης

personne qui doit quelque chose à quelqu'un, souvent par gratitude 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
obligés
Παραδείγματα
Je suis un obligé de mon professeur pour son aide. 

Είμαι ένας υποχρεωμένος του δασκάλου μου για τη βοήθειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store