Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpeller
01
απευθύνω λόγο, καλώ σε λογοδοσία
adresser la parole à quelqu'un brusquement ou avec insistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interpelle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interpellons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interpellerai
ενεστώτα μετοχή
interpelant
παθητική μετοχή
interpellé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interpellions
Παραδείγματα
Tu n' as pas besoin de m' interpeller, je t' écoute déjà.
Δεν χρειάζεται να με καλέσεις, σε ακούω ήδη.
02
συλλαμβάνω και ανακρίνω, σταματώ και ανακρίνω
arrêter et questionner quelqu'un dans un cadre légal
Παραδείγματα
La police interpelle systématiquement les sans-papiers.
Η αστυνομία σταματά και ανακρίνει συστηματικά τους αλλοδαπούς χωρίς έγγραφα.



























