Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpeller
01
απευθύνω λόγο, καλώ σε λογοδοσία
adresser la parole à quelqu'un brusquement ou avec insistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interpelle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interpellons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interpellerai
ενεστώτα μετοχή
interpelant
παθητική μετοχή
interpellé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interpellions
Παραδείγματα
Le professeur a interpellé l'élève qui ne suivait pas le cours.
Ο δάσκαλος απευθύνθηκε απότομα στον μαθητή που δεν ακολουθούσε το μάθημα.
02
συλλαμβάνω και ανακρίνω, σταματώ και ανακρίνω
arrêter et questionner quelqu'un dans un cadre légal
Παραδείγματα
Les agents ont interpellé le dealer en pleine transaction.
Οι πράκτορες ανακάλεσαν τον έμπορο εν μέσω συναλλαγής.



























