heurter
heurter
œʁte
oerte

Ορισμός και σημασία του "heurter"στα γαλλικά

heurter
01

συγκρούομαι, χτυπώ

entrer en contact violent ou soudain avec quelque chose 
heurter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
heurte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
heurtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
heurterai
ενεστώτα μετοχή
heurtant
παθητική μετοχή
heurté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
heurtions
Παραδείγματα
Il a heurté un arbre avec sa voiture. 

Αυτός χτύπησε ένα δέντρο με το αυτοκίνητό του.

02

προσβάλλω, πληγώνω

blesser ou offenser les sentiments de quelqu'un 
heurter definition and meaning
Παραδείγματα
Ses paroles ont heurté toute l'assemblée. 

Τα λόγια του πλήγωσαν ολόκληρη τη συγκέντρωση.

03

συγκρούομαι με, αντιμετωπίζω

faire face à une difficulté ou une opposition 
heurter definition and meaning
Παραδείγματα
Nous nous heurtons à un problème technique majeur. 

Συναντάμε ένα σοβαρό τεχνικό πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store