Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
couronner
01
στέφω, εγκαθιστώ στον θρόνο
mettre une couronne sur la tête de quelqu'un, en particulier lors d'une cérémonie officielle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
couronne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
couronnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
couronnerai
παθητική μετοχή
couronné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
couronnions
Παραδείγματα
Le roi a été couronné lors d'une grande cérémonie.
Ο βασιλιάς στέφθηκε κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης τελετής.
02
στεφανώνω, ανταμείβω
récompenser quelqu'un pour ses efforts ou son succès
Παραδείγματα
Le jury a couronné le vainqueur du concours.
Η κριτική επιτροπή στέφθηκε τον νικητή του διαγωνισμού.
03
στέφω, ολοκληρώνω
achever ou compléter quelque chose de manière remarquable
Παραδείγματα
Ce succès a couronné des années de travail acharné.
Αυτή η επιτυχία στέφθηκε από χρόνια σκληρής δουλειάς.



























