le courriel
courriel
kuʁjɛl
kooryel

Ορισμός και σημασία του "courriel"στα γαλλικά

01

ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, email

message envoyé ou reçu par l'intermédiaire d'internet 
le courriel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
courriels
Παραδείγματα
J'ai reçu un courriel important ce matin. 

Λάβα ένα σημαντικό ηλεκτρονικό μήνυμα σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store