Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
condamner
01
καταδικάζω, αποφασίζω ποινή
déclarer quelqu'un coupable d'un crime ou d'un délit et prononcer une peine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
condamne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
condamnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
condamnerai
ενεστώτα μετοχή
condamnant
παθητική μετοχή
condamné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
condamnions
Παραδείγματα
La cour a condamné l' homme à une amende et à la prison.
Το δικαστήριο κατέδικασε τον άνδρα σε πρόστιμο και φυλάκιση.
02
απαγορεύω
interdire officiellement quelque chose ou déclarer qu'elle ne doit pas être faite
Παραδείγματα
Les règles de sécurité condamnent l' utilisation de téléphones sur le chantier.
Οι κανόνες ασφαλείας καταδικάζουν τη χρήση τηλεφώνων στο εργοτάξιο.
03
απορρίπτω, καταδικάζω
rejeter ou déclarer quelque chose comme inacceptable ou invalide
Παραδείγματα
Ils ont condamné le projet de loi lors du débat parlementaire.
Κατέδικασαν το νομοσχέδιο κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης.



























