Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
condamner
01
καταδικάζω, αποφασίζω ποινή
déclarer quelqu'un coupable d'un crime ou d'un délit et prononcer une peine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
condamne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
condamnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
condamnerai
ενεστώτα μετοχή
condamnant
παθητική μετοχή
condamné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
condamnions
Παραδείγματα
Le juge a condamné l'accusé à cinq ans de prison.
Ο δικαστής κατέδωσε τον κατηγορούμενο σε πέντε χρόνια φυλάκιση.
02
απαγορεύω
interdire officiellement quelque chose ou déclarer qu'elle ne doit pas être faite
Παραδείγματα
La loi condamne l'usage de certaines substances.
Ο νόμος καταδικάζει τη χρήση ορισμένων ουσιών.
03
απορρίπτω, καταδικάζω
rejeter ou déclarer quelque chose comme inacceptable ou invalide
Παραδείγματα
Le comité a condamné la proposition pour non-conformité.
Η επιτροπή κατέδικασε την πρόταση για μη συμμόρφωση.



























